Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Το Πάσχα στη Λογοτεχνία μας

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΙΗΣΗ

(Δημοτική ποίηση, Σολωμός, Σικελιανός, Βάρναλης, Ρίτσος, Μπούμη-Παπά, Καρούζος, Δημουλά)
«Λαμπρή», αιώνες κι αιώνες πριν, ονόμασε ο λαός μας το Πάσχα. Πανάρχαιη η λέξη, μετέφερε το πανάρχαιο αισιόδοξο μήνυμα του αέναου κινούμενου κύκλου της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Πανάρχαιη και η καταγωγή των χριστιανικών μύθων και περί των παθών του θεανθρώπου και της εκ νεκρών «ανάστασής» του, «έθρεψε» και την ποιητική μούσα του λαού μας, δημώδη και έντεχνη. Μέσω της ελληνικής ποίησης – με χαρακτηριστικά αποσπάσματα δημοτικών ποιημάτων, καθώς και ποιημάτων σημαντικών παλαιότερων και νεότερων ποιητών – θελήσαμε να γιορτάσουμε φέτος τη γιορτή της άνοιξης. Η ποιητική περιήγησή μας στο «θείον» πάθος και την «Ανάσταση» αρχίζει με έξι στίχους από τον αριστουργηματικό «Επιτάφιο Θρήνο», ανωνύμου ποιητή.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

«Πάσχα το τερπνόν
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα
Πάσχα πανσεβάσμιον  ημίν ανέτειλεν»
αναγγέλλει ο εκκλησιαστικός υμνωδός, 

αλλά και εμείς τραγουδάμε, έχοντας ένα αντιπροσωπευτικό δημοτικό τραγούδι, αντίστοιχο και ανάλογο με το «σήμερον τα ουράνια συναγάλλεται τη γη», που λέει:

«Σήμερα χριστός Ανέστη
και στους ουρανούς ευρέθη.
Σήμερα και οι παπάδες
λειτουργάν σαν δεσποτάδες.
Σήμερα και τα κορίτσια
στέκονται σαν κυπαρίσσια.
Σήμερα τα παλικάρια
στέκονται σαν τα βλαστάρια.
Σήμερα κι οι παντρεμένες
είναι λαμπροφορεμένες…»



Στην Κέρκυρα όμως έχουμε και κάτι παράδοξο: ένα είδος «πασχαλινά κάλαντα»:
Απέρασ΄η σαρακοστή πούταν εφτά βδομάδες
Κι ήρθαμε να σας είπομε τόσες καλές γιορτάδες.
Απέρασ΄η σαρακοστή πούμαστε λυπημένοι.
Σήμερα γίνεται χαρά σ όλη την Οικουμένη.
Ανάσταση δοξάζουμε και το Θεό υμνούμε
Και το δεσπότη το Χριστό όλοι τον προσκυνούμε…

  Στη Ρούμελη, ακούμε και τραγούδια του Αϊ Γιώργη. Όταν το Πάσχα πέσει πριν τη γιορτή του, γιορτάζεται κανονικά. Όταν όμως πέσει μετά το Πάσχα, τραγουδούν:
Τώρα Απρίλης κι Άνοιξη,
τώρα Χριστός Ανέστη
τώρα στολίζει ο θεός τη γή
με εννιά λογιώ λουλούδια.
Στολίζει εμένα η μάνα μου
με εννιά λογιώ αρμάτες.
Με έντυνε με στόλιζε
να πάω στο πανηγύρι.
Με στέλνει και στην εκκλησιά
τ΄αφέντη τ΄αϊ Γιώργη…


   Η «σταύρωση» του αγωνιζόμενου ανθρώπου, οι θρήνοι της Μάνας του, η «ανάστασή» του ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή, Διονύσιο Σολωμό, αλλά και πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ανάμεσα τους οι Κώστας Βάρναλης, Αγγελος Σικελιανός, Γιάννης Ρίτσος, Ρίτα Μπούμη – Παπά, Νίκος Καρούζος, των οποίων ποιητικά αποσπάσματα ακολουθούν.


Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ: «Η ημέρα της Λαμπρής»
«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι».



ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κ.: «Η Μάνα του Χριστού
«Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν,
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου.

Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη..
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη,
κι όσο ο γήλιος να πέση και νά ‘ρθη το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι’ οχτροί σου και φίλοι.

Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι ακόμα
σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τί ‘πες “Νά ‘με”!
Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!»




 ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: «Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι»
«Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι’ όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά

 Γιατί κι’ ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν




 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: «Εαρινή Συμφωνία»
«Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

 Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».



ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ: «Ανοιξη»
«Ερχεται απ’ το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ’ άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι’ αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.

(…)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: «Ασμα μικρό»
«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»
«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».